Η υπόθεση του ζευγαριού στον Εύοσμο που εξέτρεφε 51 γάτες με στόχο την κατανάλωσή τους προκαλεί ανατριχίλα και εγείρει κρίσιμα ηθικά και κοινωνικά ερωτήματα. Δεν πρόκειται για μια πράξη απελπισίας ή οικονομικής ανέχειας, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία, το ζευγάρι ζει και εργάζεται κανονικά, με τη γυναίκα να είναι παιδαγωγός. Η «επιστημονική» τους προσέγγιση στην εκτροφή και αξιοποίηση των ζώων ως πηγή τροφής, με το επιχείρημα της καταπολέμησης της παγκόσμιας πείνας και της μείωσης του κόστους κρέατος, δεν μπορεί να συγκαλύψει το βάρος της αμφισβήτησης της βασικής ηθικής υπόστασης που αφορά τα ζώα και την κοινωνική συναίσθηση.
Πρόκειται για μια επιλογή που αντλεί από ακραίες οικολογικές θεωρίες και αποστασιοποιείται από το κοινωνικό και νομικό πλαίσιο που προστατεύει τα ζώα, αγνοώντας τις αρχές ευζωίας και τις βασικές αξίες που διέπουν μια πολιτισμένη κοινωνία. Η ιδέα να χρησιμοποιούνται ζώα συντροφιάς ως «τροφική ύλη», ακόμα και αν διατείνονται πως θα αξιοποιούνται μετά το φυσικό τους θάνατο, εισάγει ερωτήματα για τη νομιμότητα, την προστασία των ζώων και την ευθύνη της πολιτείας.
Η αστυνομική επέμβαση και η απελευθέρωση των 51 γατών αποκαθιστούν προσωρινά την τάξη, αλλά δεν αρκούν για να απαντήσουν στο πώς μια τέτοια «επιστημονική» δικαιολόγηση βρίσκει έδαφος μέσα σε μια κοινωνία που καλείται να σεβαστεί και να προστατεύσει τους πιο αδύναμους. Η διαχείριση και η πολιτική προστασία των ζώων παραμένει θεμελιώδης προτεραιότητα και επιβάλλεται να ενισχυθεί, πριν τέτοιες πρακτικές αποτελέσουν επικίνδυνο προηγούμενο.
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να θωρακίσει το κοινωνικό σώμα από τέτοιες στρεβλώσεις; Πώς θα αποφευχθεί η κανονικοποίηση μιας στάσης που υποτιμά την αξία της ζωής και της φύσης; Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να δώσουν σαφείς και αυστηρές απαντήσεις, ώστε να μην γίνουμε μάρτυρες μιας ακόμη κοινωνικής παρακμής, μεταμφιεσμένης σε «επιστήμη» και «οικολογική συνείδηση».




